Γράφει η *Μαρία Σταυρίδου
Ψυχή δοσμένη στην αγάπη
Το κακό έμελλε να συμβεί ξαφνικά
όταν η πριγκίπισσα χόρευε με αγγέλου φτερά
αγάπης δώρο μυστικό…
Πολεμιστές ταμένοι στο σκοτάδι την έπιασαν αιχμάλωτη
το φόρεμα το γιορτινό την διέταξαν να βγάλει
να βάλει μαύρη φορεσιά, να κόψει τα πλούσια μαλλιά.
Πύργος χτισμένος σε σκοτεινό λιβάδι
πόρτα καμιά, παραθύρι αγκάθια σουβλερά
Εκεί μονάχα να κεντά του νέου συζύγου πανωφόρι,
κάπα από χρυσή κλωστή, με λάβαρο τον Δράκο
Εντολή άγγιγμα ήλιου στο πρόσωπο να μην αισθανθεί
Χάδι λουλουδιών στα χέρια της να μην της χαριστεί
Μαύρο σκοτάδι βάγια της μοναχά να την κανακεύει και
δαίμονας άγρυπνος φρουρός άκαρδος να την προσκυνά…
Μέρα γάμου τρανταχτή
τα λάβαρα υψωμένα μέχρι την άκρη του ουρανού
τα κεριά χιλιάδες αναμμένα
και ο Δράκος στητός, αγέρωχος στον θρόνο καθισμένος,
καταδίκη σε κείνη που τον πρόδωσε,
ενώ ταίρι θέλησε να κάνει
‘Κάθε τη μέρα που πονάς, εκείνος θα βογγάει
κάθε τη νύχτα που λαχταράς, εκείνος θα λυγάει
ποτέ δε θ΄ανταμώσουν οι ματιές, τα χείλη δε θ΄αγγιχτούνε
δυο ψυχές που μόνο πόνο θα γεννούν… πόνο και απελπισία
Ποιος να τολμήσει άχνα να χαρίσει στου Δράκου την κατάρα
και ξαφνικά γέλιο τρέλας τη σιωπή βιάζει
και όλα τα δαιμόνια απρόσμενα ταράζει
‘Κάθε τη μέρα που θα πονώ… γέλια και χαρές η ανάσα του θα γεμίζει
κάθε τη νύχτα που θα λαχταρώ… δώρο δικό του κάθε όνειρο θα κάνει
τα μάτια μου δικά του θα γινούν γιατί δικά του γεννηθήκαν,
τα χείλη μυστικά καρδιάς τραγούδι θα του πουν
που εσύ ποτέ δε θ΄ακούσεις.
Για τις ψυχές μας μην μιλάς… ξανά να μην τολμήσεις
αγγέλου τάμα εκεινού… μικρού παιδιού στο στήθος μου κλεισμένη
αντάμωσαν και γέννησαν ψυχή δοσμένη στην αγάπη…’
Νύχια σουβλερά στο μέρος της καρδιάς που χάρισαν ανάσα τελευταία…
‘….Κοίτα με Δράκε που πετώ… κοντά του να πηγαίνω…
θάνατο έφερες στο κορμί και αντάμωση αγάπης στην ψυχή …’
όταν η πριγκίπισσα χόρευε με αγγέλου φτερά
αγάπης δώρο μυστικό…
Πολεμιστές ταμένοι στο σκοτάδι την έπιασαν αιχμάλωτη
το φόρεμα το γιορτινό την διέταξαν να βγάλει
να βάλει μαύρη φορεσιά, να κόψει τα πλούσια μαλλιά.
Πύργος χτισμένος σε σκοτεινό λιβάδι
πόρτα καμιά, παραθύρι αγκάθια σουβλερά
Εκεί μονάχα να κεντά του νέου συζύγου πανωφόρι,
κάπα από χρυσή κλωστή, με λάβαρο τον Δράκο
Εντολή άγγιγμα ήλιου στο πρόσωπο να μην αισθανθεί
Χάδι λουλουδιών στα χέρια της να μην της χαριστεί
Μαύρο σκοτάδι βάγια της μοναχά να την κανακεύει και
δαίμονας άγρυπνος φρουρός άκαρδος να την προσκυνά…
Μέρα γάμου τρανταχτή
τα λάβαρα υψωμένα μέχρι την άκρη του ουρανού
τα κεριά χιλιάδες αναμμένα
και ο Δράκος στητός, αγέρωχος στον θρόνο καθισμένος,
καταδίκη σε κείνη που τον πρόδωσε,
ενώ ταίρι θέλησε να κάνει
‘Κάθε τη μέρα που πονάς, εκείνος θα βογγάει
κάθε τη νύχτα που λαχταράς, εκείνος θα λυγάει
ποτέ δε θ΄ανταμώσουν οι ματιές, τα χείλη δε θ΄αγγιχτούνε
δυο ψυχές που μόνο πόνο θα γεννούν… πόνο και απελπισία
Ποιος να τολμήσει άχνα να χαρίσει στου Δράκου την κατάρα
και ξαφνικά γέλιο τρέλας τη σιωπή βιάζει
και όλα τα δαιμόνια απρόσμενα ταράζει
‘Κάθε τη μέρα που θα πονώ… γέλια και χαρές η ανάσα του θα γεμίζει
κάθε τη νύχτα που θα λαχταρώ… δώρο δικό του κάθε όνειρο θα κάνει
τα μάτια μου δικά του θα γινούν γιατί δικά του γεννηθήκαν,
τα χείλη μυστικά καρδιάς τραγούδι θα του πουν
που εσύ ποτέ δε θ΄ακούσεις.
Για τις ψυχές μας μην μιλάς… ξανά να μην τολμήσεις
αγγέλου τάμα εκεινού… μικρού παιδιού στο στήθος μου κλεισμένη
αντάμωσαν και γέννησαν ψυχή δοσμένη στην αγάπη…’
Νύχια σουβλερά στο μέρος της καρδιάς που χάρισαν ανάσα τελευταία…
‘….Κοίτα με Δράκε που πετώ… κοντά του να πηγαίνω…
θάνατο έφερες στο κορμί και αντάμωση αγάπης στην ψυχή …’
* Η Μαρία Σταυρίδου είναι Αρθρογράφος Λογοτέχνιδα
