
Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Το ημερολόγιο της εξόδου
Η μνήμη μου είναι θαμμένη βαθιά,
την σκεπάζει ένα πελώριο δέντρο με κίτρινα φύλλα,
σαν μια παλιά υπόσχεση που δεν την τήρησε κανείς.
Κι η φωνή της, μοναχή στο οροπέδιο,
τα βράδια με παγώνει,
σαν το ριγμένο σακάκι ενός νεκρού που ακόμα περιμένει.
Ο δρόμος στέκει βουβός.
Χρόνια τώρα καρτεράει έναν μικρό λεμονανθό να επιστρέψει,
μα η άνοιξη πάντα αργεί στις γειτονιές των ηττημένων.
Κι αν καμιά φορά ξεχαστεί και ρωτήσει, «Τι ψάχνετε εσείς εδώ;»,
εγώ σωπαίνω. Γιατί τι να πεις,
που δεν προλάβαμε καν να ζήσουμε
και γίναμε κιόλας αναμνήσεις.
Ακροβατώ στα δρομάκια της πόλης,
ναυαγός στις σελίδες της Ιστορίας.
Εδώ κατοικούν οι Κύκλωπες,
κουβαλώντας στους ώμους τους όλο το βάρος των αρχαίων μύθων, γενοκτονίες και πολέμους που σβήστηκαν απ’ τα σχολικά βιβλία,
για να καίνε πιο πολύ μέσα στις καρδιές μας.
Ποτάμια λάβας που χαράζουν άστρα στο χώμα,
κι ένας άνεμος ,πάντα ένας άνεμος,
που τριγυρνά σιωπηλός,
ψάχνοντας στα ερείπια
για κάποιο όνειρο αδέσποτο που έχασε το δρόμο του.
Αυτό το φως που γεννιέται…
Αν τολμήσεις να το κοιτάξεις, γίνεσαι πέτρα.
Μένεις εκεί, ένας ακίνητος φρουρός των αιώνων,
να θυμίζεις το δάκρυ που πάγωσε σ’ ένα βλέμμα διάφανο.
Γι’ αυτό προτιμώ τους ουράνιους δρόμους,
τις καθαρές γραμμές της θάλασσας,
την ψευδαίσθηση της τάξης στα τετράγωνα σπίτια.
Μα ακόμα κι εκεί, αν ανοίξεις ένα λευκό μαντήλι πάνω στο πεζούλι,
θα βρεις κρυμμένο ένα μυστικό ημερολόγιο.
Είναι γεμάτο μοιρολόγια. Γιατί εδώ, σε τούτη τη γωνιά,
θρηνούμε κάθε νύχτα το μαύρο φεγγάρι που χάνεται στις λάσπες.
Κι αν κατά τύχη βρω τη νεράιδα, θα ‘ναι πια αργά.
Το παραμύθι πάλιωσε, η χρονιά άλλαξε πρόσωπο,
κι οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν δίχως εμένα,
σαν μια γιορτή που τελείωσε πριν προφτάσω να ντυθώ.
Ψάχνω το αβέβαιο. Γιατί το αβέβαιο δεν φυλακίζεται,
περιπλανιέται σαν σκιά πίσω από το θολό τζάμι,
ανακατεύοντας τη λογική μας.
Ένα παιχνίδι της μνήμης, αθώο στην όψη,
που όμως σε τσακίζει όταν συναντά μια παλιά φαντασίωση.
Πέταξα τον χάρακα. Κράτησα μόνο τον διαβήτη,
να χαράζει κύκλους γύρω από την απουσία,
να γράφει διηγήματα λουστραρισμένα για μια άδεια σκηνή.
Η παρακμή τρώει αργά τα σωθικά μου,
με αφήνει σακατεμένο σ’ αυτή τη λεπτή σύγκρουση με το τίποτα.
Χάνεται η φιγούρα μου μέσα στον θόρυβο του κόσμου,
μέχρι να μείνει μια αχνή σκιά, μια υποψία ανθρώπου.
Το χώμα δεν είναι ασφαλές,
ο ουρανός δεν κρατάει πια τις υποσχέσεις του,
κι η λιτανεία είναι πολύ μικρή για να σώσει την ύπαρξη.
Η φθορά σβήνει τη σειρά των πραγμάτων.
Εξαερώθηκα μέσα σ’ αυτό το μικρό δωμάτιο,
δίχως πυξίδα, δίχως προσανατολισμό.
Απομένει μονάχα η φαντασία.
Μια χρυσή ανάμνηση από μια στιγμή που δεν υπήρξε,
η ελπίδα πως ίσως επιστρέψω από το βαθύ κενό.
Μέσα από τις ρωγμές του λαβύρινθου βρήκα την έξοδο ,
κρατώ στην αγκαλιά μου τη μνήμη,
όπως κρατάς ένα παιδί που φοβάται,
και τελειώνω, σιωπηλά, την πιο όμορφη τραγωδία του κόσμου.
