Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

(10η συνέχεια)

(Σύνδεση με το θέμα: Από την ασφάλεια, περάσαμε στον φόβο. Κι από τον φόβο περάσαμε στη “φυλακή”, αφού η ζωή στην πόλη είναι ένα ξερίζωμα και μια “φυλακή” για τη ζωή της μικρής μας αφηγήτριας. Η ζωή της περιορίζεται σε αυλές που μοιάζουν μικρές, ασφαλείς, σχεδόν αθώες.

Κι όμως, μέσα τους χωρούν φόβοι, σιωπές, βλέμματα που ελέγχουν, άνθρωποι που μαθαίνουν να μιλούν χαμηλόφωνα για να μην τους “πετάξουν στον δρόμο».Γιατί το ενοίκιο-για το δωμάτιο της αυλής- δεν είναι μόνο χρήματα, αλλά και υπακοή στην εξουσία της ιδιοκτήτριας. Κι ύστερα, ξαφνικά, παρουσιάζεται ο δρόμος, που καλεί την μικρή μας να τολμήσει την πρώτη της έξοδο. Εκεί έξω πια θα γνωρίσει τα σκυλιά που γαβγίζουν, θα δει ότι το φόβος δεν την καταπίνει πια και το βλέμμα της που δεν χαμηλώνει.
Και κάπου εκεί, σαν θαύμα, το σινεμά: εικόνες που κινούνται, ιστορίες που δεν ζητούν άδεια για να υπάρξουν. Μια υπόσχεση ότι…ίσως και έξω από την αυλή να υπάρχει κι άλλος κόσμος που παραμερίζει τον φόβο και σου δίνει και χαρά).

ΕΜΕΙΣ ΟΛΟ ΦΕΥΓΑΜΕ!

Ανάμεσα στον έναν τόπο και στον άλλον, υπάρχει πάντα ένας δρόμος. Και τον περνάς.

Ανάμεσα στην Κουρκουλιά και στη Χαλκίδα υπήρχε το… «τίποτα». Το πηδήσαμε και βρεθήκαμε στη φυλακή.

Η μητέρα την έλεγε Χαλκίδα. Εγώ όμως την έβλεπα… ήταν η φυλακή. Πίσω από το στενό παράθυρο στεκόταν ο πατέρας. Ένας χωροφύλακας άνοιξε την πόρτα:

— Πήγαινε στον πατέρα σου. Έλα, πήγαινε μέσα, μου είπε.

Μέσα! Μέσα; Ποτέ! Γιατί να πάω στα σκοτεινά, μαζί με όλους εκείνους τους ανθρώπους που με κοίταζαν με λυπημένα μάτια; Κάρφωσα τα πόδια μου στη γη και έκλαιγε η καρδιά μου.

Ο πατέρας πήρε το καλάθι που του έδωσε η μητέρα και μου χαμογέλασε. Καλό αυτό… Φαίνεται πως δεν μου θύμωσε που δεν μπήκα μέσα. Ήθελα να πάω κοντά του, και το ήξερε. Μα αν με κρατούσαν εκεί μέσα για όλη μου τη ζωή;

Δεν άντεχα να βλέπω τον χωροφύλακα. Μου έδωσε αμύγδαλα. Γιατί να τα πάρω; Αυτός κλείδωνε τον πατέρα μου στη βρωμοφυλακή και σε μένα έκανε τον καλό; Να τον φτύσω ήθελα. Κι αυτόν, και την αυλή τους, και τα γραφεία τους , εκεί που κάθονταν οι καλοξυρισμένοι κύριοι με τα καθαρά ρούχα και τα καπέλα. Και γελούσαν. Αχ, να μπορούσα να τους έβαζα εγώ στη φυλακή! Να τσαλακωθούν τα ρούχα τους, όπως του πατέρα μου. Να κοκκινίσουν τα μάτια τους και να είναι λυπημένοι, όπως οι άλλοι άνθρωποι εκεί μέσα, εκείνοι που ήταν με τον πατέρα μου στο σκοτεινό και κλειδωμένο δωμάτιο. Μα δεν είχα πια δύναμη ούτε για να σκέφτομαι.

Θυμήθηκα τον Λευτεράκη. Μπορεί να έσκαβε τώρα πάνω στου «Μιαούλη». Πώς είχε τη δύναμη να κουνάει τα χέρια του; Εγώ δεν είχα δύναμη ούτε για να ξετυλίξω την καραμέλα. Μου την είχε δώσει μια κυρία που μας είχε πάρει στο σπίτι της και έμοιαζε με μαμά. Μαγείρευε και μας φώναζε για να φάμε. Μας έστρωνε και το κρεβάτι, που ήταν πίσω από ένα παραβάν, στη σάλα του σπιτιού της. «Σάλα» το έλεγαν το μεγάλο δωμάτιο.

Ήταν μεγάλο, αλλά δεν είχε τζάκι. Τι το ήθελαν αφού δεν είχε τζάκι; Δεν το γκρέμιζαν καλύτερα; Θα είχαν τότε πιο μεγάλη αυλή. Τώρα είχαν ένα πεζούλι, που το έλεγαν «κήπο». Ούτε ήλιο, ούτε χωράφια. Ένας δρόμος στενός μπροστά από το σπίτι κι αντικριστά το σπίτι της γειτόνισσας. Τσιγάριζε τα κρεμμύδια, κι εμείς τα μυρίζαμε. Μου έδινε μεζέ και μου ερχόταν εμετός. Η μητέρα έτρεχε, κι όλο έτρεχε.

***

Κοίτα τώρα τι έγινε ξαφνικά! Φύγαμε από το σπίτι της κυρίας, που μας φιλοξενούσε και βρεθήκαμε να έχουμε “δωμάτιο”! Έτσι το έλεγε η μητέρα το καινούριο μας σπίτι. Δωμάτιο είχε και μια άλλη κυρία με τη χοντρή κόρη της. Δωμάτιο είχε και ο Σταύρος, που είχε και τη γυναίκα του και την αγαπούσε πολύ. Κι επειδή την αγαπούσε πολύ, άφησε το πλούσιο σπίτι της κι ήρθε να μείνει μαζί του, κι ας ήταν φτωχός.

Όλα αυτά τα δωμάτια, το ένα κοντά στ’ άλλο, τα έλεγαν Αυλή. Κι έτσι βρεθήκαμε να ζούμε πολλοί άνθρωποι μαζί, σε μια αυλή γεμάτη λεμονιές.

Εμάς, λοιπόν — με το δωμάτιο και τις λεμονιές — μας είχε με ενοίκιο. Έτσι το λέγανε, αλλά εγώ δεν είχα καταλάβει τι ακριβώς ήταν αυτό το “ενοίκιο”. Μας είχε, δηλαδή, η κυρία Ερασμία, που ήταν όμορφη και μας έλεγε τι να κάνουμε και τι να μην κάνουμε. Την ακούγαμε, γιατί αλλιώς θα μας έδιωχνε και θα βρισκόμασταν στον δρόμο, όπως με είχε προειδοποιήσει η μητέρα.

Έτσι, μιλούσαμε σιγά. Δεν ανάβαμε συχνά το φως, γιατί ανέβαινε ο λογαριασμός. Δεν πηγαίναμε πολύ στην τουαλέτα, γιατί θα γέμιζε ο βόθρος. Δεν πατούσαμε στον κήπο, γιατί είχε φυτέψει λουλούδια και θα της τα σπάζαμε. Και φυσικά, δεν λέγαμε τίποτα κακό για την κυρία Ερασμία, διότι “έχουν και οι τοίχοι αυτιά”, όπως είχε τονίσει μια άλλη κυρία, η μαμά της χοντρής κόρης.

Εγώ κοίταζα τους τοίχους καλά-καλά. Δεν κατάφερα να δω πού είχαν τ’ αυτιά τους. Κι επειδή, έτσι κι αλλιώς, δεν μου άρεσαν οι τοίχοι, καθόμουν στην αυλή. Κι εκείνη είχε τοίχο γύρω-γύρω. Ποιος ξέρει τι να βρισκόταν πίσω απ’ αυτόν! Το μόνο που έβλεπα από την αυλή ήταν ένα ψηλό σπίτι. Στο μπαλκόνι του πήγαινε κι ερχόταν ένα κορίτσι με κατσαρά μαλλιά και μια μεγάλη κούκλα.

Πολύ ήθελα να δω την κούκλα από κοντά… μπορεί και το κορίτσι. Θα ήξερε όμως να σκάβει; Σίγουρα όχι. Τότε τι να το έκανα; Άστο καλύτερα. Μου έφτανε για φιλενάδα η Ρηνούλα. Ήταν πιο μικρή από μένα. Κόρη της κυρίας Ερασμίας και πολύ τυχερή. Ρωτάτε γιατί;

Πρώτον, επειδή ο πατέρας της τής έφερνε σαρδέλες παστές. Τις ξέπλεναν με ξύδι και τις έβαζαν σε λάδι. Μοσχομύριζε ως και η αυλή. Πόσο ήθελα να φάω σαρδέλες!

— Είναι ακριβές!, έλεγε η μαμά. Άστες κι αυτές. Τις ξεχνάμε!

Δεύτερον, είχε δύο μπαμπάδες. Τον μπαμπά με τις σαρδέλες, που έλειπε πολλές ώρες στη δουλειά και είχε χοντρή κοιλιά, και τον δεύτερο μπαμπά, που ήταν ψηλός και όμορφος.

Αυτός ο δεύτερος είχε μουστάκι, μύριζε μπριγιόλ και ερχόταν πάντα από την πίσω πόρτα, που δεν έβγαζε στην αυλή. Βλέπαμε το κεφάλι του πίσω από το παράθυρο της σάλας. Τότε η κυρία Ερασμία τραβούσε τις κουρτίνες. Η Ρηνούλα έβγαινε στην αυλή μ’ ένα καινούριο παιχνίδι. Μέσα από το σπίτι ακούγονταν γέλια και χαρές. Μετά… ησυχία.

Η Ρηνούλα περίμενε μέχρι να τη φωνάξουν, κι έπειτα έμπαινε στο σπίτι της.

Μετά από λίγη ώρα, η κυρία Ερασμία έβγαινε στην αυλή. Μας αγριοκοίταζε όλους έναν-έναν και φώναζε μπροστά στα μούτρα μας ότι αυτή είναι “κυρία και όχι τσούλα”, και σ’ όποιον δεν αρέσει, να πάρει τη βόλτα του! Πολύ μας ανέχτηκε, έλεγε, και ξέρει τι μουρμουρίζουμε πίσω από την πλάτη της, αλλά “ο καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται”! Και δεν θα κλείσει αυτή το σπίτι της στους συγγενείς της, ούτε ο “ξάδερφός” της θα πάψει να την επισκέπτεται επειδή οι άσχετοι την κουτσομπολεύουν! Αυτή είναι γέννημα και θρέμμα πρωτευουσιάνα, και να μη χύνουμε νερό στην αυλή, γιατί θα μας πετάξει στον δρόμο!

Ώσπου να τα πει όλα αυτά, είχε κάνει τον γύρο της αυλής, είχε κοιτάξει τα λουλούδια μήπως και της τα χαλάσαμε, και υψώνοντας το κεφάλι — για να μας κοιτάζει από ψηλά — έμπαινε στο σπίτι.

Ο Σταύρος ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Η γυναίκα του έφτυνε κατά κει που έφυγε η Ερασμία. Η μητέρα με έπαιρνε αγκαλιά και μου έκρυβε το κεφάλι στον κόρφο της, μουρμουρίζοντας:

— Πρέπει να φύγουμε από ‘δώ!

Να φύγουμε; Καλά θα ήταν… αλλά πού να πάμε;

Έξω απ’ αυτή την αυλή ήταν ο δρόμος, εκεί που μας απειλούσε ότι θα μας πέταγε η κυρία Ερασμία. Πώς να ήταν αυτός ο δρόμος; Άρχισα να κοντοζυγώνω την αυλόπορτα, να βγάζω το κεφάλι μου έξω και να κοιτάζω δεξιά κι αριστερά. Δεν είδα τίποτε το φοβερό. Ένα στενό δρομάκι, σαν εκείνο που ήταν πίσω από το σπίτι της Δροσούλας, στο Μετόχι. Μόνο που δεν είχε χώμα ούτε χορτάρια.

Το κοίταζα, το ξανακοίταζα κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα. Και μια μέρα, βγήκα έξω. Περπάτησα λίγο, ανάμεσα σε σπίτια ψηλά. Ένας μαντρότοιχος, χορταριασμένος, βρέθηκε μπροστά μου κι ύστερα, ξαφνικά… μία εκκλησία. Τόσο κοντά μας μία εκκλησία! Και δεν μου το έλεγαν!

Προχώρησα με περιέργεια και κάποια μικρή χαρά.

Ξαφνικά, ακούστηκαν γαυγίσματα σκυλιών. Κατατρόμαξα. Δεν τα έβλεπα, αλλά ήταν κοντά. Οι φωνές τους τρυπούσαν τ’ αυτιά μου. Έκλεισα τα μάτια, στριμώχτηκα στον τοίχο και περίμενα. Θα μ’ έτρωγαν! Βήμα δεν προλάβαινα να κάνω. Περίμενα. Γάβγιζαν. Περίμενα… Δεν με είχαν φάει. Άνοιξα τα μάτια και δεν φαίνονταν πουθενά. Έκανα μερικά βήματα προς τα κει που ακούγονταν τα γαβγίσματα. Σιγά-σιγά προχώρησα και βρέθηκα μπροστά σ’ ένα ψηλό σπίτι. Τότε τα είδα.

Ήταν εκεί μα τόσο μεγάλα σκυλιά δεν είχα ξαναδεί. Με είδαν κι αυτά και ούρλιαζαν. Πήδησαν ψηλά. Τα κοίταξα κατάματα. Φοβήθηκα, αλλά δεν έφυγα. Στήριξα το κεφάλι μου στα κάγκελα και τα κοίταζα. Ο τοίχος με τα κάγκελα έφτανε πολύ πιο ψηλά από το κεφάλι μου. Εκεί πίσω ήταν ένας μεγάλος κήπος.

Ε, καλά, το πόσο μου άρεσε όλη αυτή η περιπέτεια, δεν λέγεται! Να βγαίνεις από το σπίτι της κυρίας Ερασμίας, να μη φοβάσαι τον δρόμο, να γαυγίζουν τα μεγάλα σκυλιά κι εσύ να τα κοιτάζεις μέσα στα μάτια! Και την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια! Μεγάλη περιπέτεια κι εγώ τη ζούσα!

Κι επειδή δεν έχανα ούτε μία μέρα που να μη σταθώ μπροστά στα κάγκελα, γνώρισα και το σινεμά. Ναι, έτσι το έλεγαν. Το άκουσα πως έτσι το έλεγαν και πιο όμορφο πράγμα δεν θα υπήρχε στη γη.

Εκεί, στο βάθος του κήπου, ήταν μία μεγάλη αποθήκη. Έτσι νόμιζα, ότι ήταν αποθήκη. Μια μέρα όμως, που έπεφτε το σούρουπο, άνοιξαν την πόρτα της αποθήκης και στο βάθος, πάνω στον τοίχο, που έμοιαζε με μεγάλο απλωμένο πανί, φάνηκαν εκείνες οι μεγάλες εικόνες. Αληθινά σπίτια, αληθινοί άνθρωποι, περνούσαν από το πανί, χάνονταν, ξανάρχονταν και μιλούσαν…μιλούσαν πολύ και γελούσαν. Σαν παραμύθι που ζωντάνεψε! Θεούλη μου, σ΄ευχαριστώ πολύ που θα μας πετάξει στον δρόμο η Ερασμία και θα βλέπουμε κάθε μέρα σινεμά. Να πάει να πνιγεί κι αυτή και η αυλή της. Ούτε κυρία δεν την έλεγα πια. Γύρισα στο σπίτι σφυρίζοντας.

” Τα καλά κορίτσια δεν σφυρίζουν στους δρόμους!”, με μάλωσε η μητέρα, αλλά εγώ δεν της αντιμίλησα, επειδή την αγαπούσα πολύ. Διότι ήμουν εγώ κι εκείνη μαζί, πάνω σε μία σανίδα, κρατιόμασταν αγκαλιά και βγάζαμε την γλώσσα στην Ερασμία, που έβαζε στα μαλλιά της μπριγιόλ και είχε μουστάκι, σαν τον λιμοκοντόρο της. Αυτά τα είδα στον ύπνο μου. Είπα το όνειρο στη μητέρα κι εκείνη μου απαγόρευσε να λέω “λιμοκοντόρο”. Αφού το άκουσα από τον Σταύρο και μου φάνηκε πολύ ταιριαστό όνομα για τον δεύτερο και όμορφο μπαμπά της Ρηνούλας, που είχε και μουστάκι.

Όπως, ταιριαστό όνομα ήταν το “Εγγλέζοι” για τους κυρίους που είχαν το σπίτι με τα μεγάλα σκυλιά και το σινεμά. Μου το είπε η μητέρα, ότι τους έλεγαν Εγγλέζους και να μην πηγαίνω να κοιτάζω από τα κάγκελα στην αυλή τους, γιατί μπορεί να με μαλώσουν. Τί ιδέα κι αυτή! Ούτε που με έβλεπαν, οι άνθρωποι. Περνοδιάβαιναν, μέσα-έξω και ούτε που με κοίταζαν. Μιλούσαν με περδικλωμένη την γλώσσα τους και είχαν ξανθοκόκκινα μαλλιά.

Αλήθεια…ποτέ δεν γελούν αυτοί οι άνθρωποι; Δεν μου άρεσαν. Μπορεί και να μου άρεσαν. Δεν ήταν και τόσο σπουδαίο αυτό, για να το σκέπτομαι. Προσπάθησα να μιλήσω με περδικλωμένη γλώσσα και να λέω “ωλ ράϊτ, ωλ ράϊτ”, όπως ο παππούς στο χωριό. Πολύ εύκολο ήταν.

Κι αφού ήξερα και εγγλέζικα, μπορούσα να ξεριζώσω και τα λουλούδια της Ερασμίας, για να σκάσει από το κακό της. Μόνο γι΄αυτό θα τα ξερίζωνα. Ήταν όμως τόσο όμορφα, με τα χρωματιστά κεφαλάκια τους να με κοιτάζουν, που τ΄αγάπησα πολύ και κρυφά τους έριχνα νεράκι. Μετά τα μύριζα πολύ-πολύ για να φτάσει η μυρωδιά τους στην καρδιά μου κι έφευγα γρήγορα-γρήγορα.

“Αυτά τα λουλούδια τα λένε χρυσάνθεμα”, με πληροφόρησε η μητέρα. Κι από τότε, όταν μυρίζω
χρυσάνθεμα, νοιώθω σαν να χορταίνω από κάτι, που φτάνει βαθιά μέσα μου και με ησυχάζει.

9η συνέχεια <———

google news

Ακολουθήστε μας και στο Google news

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Σχετικές αναρτήσεις

Στο σπίτι της σιωπής

e-enimerosi

Άγνωστες λέξεις της ζωής

e-enimerosi

Διαχρονικά όνειρα

e-enimerosi